Με πολύ χαρά και ικανοποίηση διάβασα την επιστημονική μελέτη του Ινστιτούτου Τοπικής Αυτοδιοίκησης που έγινε κατά παραγγελία της ΚΕΔΚΕ ενόψει της Διοικητικής Μεταρρύθμισης που ετοιμάζει το Υπουργείο Εσωτερικών. Και η χαρά μου έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι το ΙΤΑ θεωρεί ως βασικούς συντελεστές μιας ουσιαστικής και αποτελεσματικής διοικητικής μεταρρύθμισης τις δύο αρχές που εκφράζω χρόνια τώρα ως αντίληψη μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας.
Ο πρώτος συντελεστής αφορά την συμμετοχική δημοκρατία. Και οι μελετητές του ΙΤΑ καθηγητές πανεπιστημίων και σύμβουλοι της ΚΕΔΚΕ αναφέρουν ότι « Ισχυρός αρνητικός παράγοντας της ανάγκης που περιγράφεται παραπάνω ως στρατηγικός στόχος, αποτελεί μια εμπεδωμένη αντίληψη για την άσκηση της διοίκησης που συνδέεται με την αδυναμία του πολιτικού προσωπικού να καθορίσει ένα τοπικό σύστημα προτεραιοτήτων με τη συμμετοχή των πολιτών μέσα από ανοιχτές πολιτικές λειτουργίες. Συχνά η διοίκηση και τα στελέχη υιοθετούν την άποψη ότι οι αποφάσεις για το ποιες υπηρεσίες πρέπει να παρέχονται πρέπει να προκύπτουν από τις ανάγκες του δήμου ως φορέα παροχής υπηρεσιών, ενώ τα συμφέροντα των πολιτών -;όσον αφορά το σύστημα προτεραιοτήτων που θέτουν- έρχονται σε δεύτερη μοίρα».
Και προσθέτουν «Ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και ο στόχος της επιλογής σε τοπικό επίπεδο πρέπει να βασίζονται σε μία ισχυρή τοπική δημοκρατία. Αυτή επιτρέπει την ενεργή συμμετοχή της κοινωνίας και των πολιτών στη διαδικασία της αυτοδιοίκησης, η οποία πλαισιώνεται από μία έντονη αίσθηση ευθύνης σε τοπικό επίπεδο. Το διοικητικό σύστημα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρέπει να στηρίζει οικονομικά τις τοπικές επιλογές και την τοπική ευθύνη. Η λύση είναι η θεσμοθέτηση συμμετοχικών θεσμών με ουσιαστικές αρμοδιότητες. Οι πολιτικές πρωτοβουλίες πρέπει να διαμορφώνονται με τη συμμετοχή των πολιτών. Αυτοί πρέπει να έχουν όσο το δυνατό ευρύτερη πληροφόρηση και δυνατότητα συμμετοχής. Η κεντρική ιδέα είναι ότι κανένας δεν ξέρει καλύτερα τις απαιτούμενες πολιτικές από τον πληροφορημένο και ενεργό πολίτη».
Είναι αυτό που γράφουμε και ξαναγράφουμε και υποστηρίζουμε χρόνια τώρα για έναν ισχυρό και αποτελεσματικό δήμο. Η Τοπική Δημοκρατία δεν αφορά μια συμμόρφωση σε νόμους. Δεν αποτελεί μια αγγαρεία ή μια υποχρέωση που πρέπει να ικανοποιείται για να νομιμοποιεί τις λειτουργίες της δημοτικής αρχής. Η Τοπική Δημοκρατία είναι σύστημα διοίκησης που δίνει θετικά αποτελέσματα. Δίνει μεγαλύτερη ποικιλία ιδεών και απόψεων. Δίνει περισσότερες δυνατότητες υλοποίησης. Δίνει την απαραίτητη κοινωνική συναίνεση και τέλος δίνει την απαραίτητη κοινωνική ενεργοποίηση για την υλοποίηση των αποφάσεων. Εγώ λέω ότι ο έξυπνος δήμαρχος είναι δημοκρατικός. Οχι γιατί ικανοποιεί τα δικαιώματα των πολιτών. Αλλά γιατί παίρνει πιο σωστές και υπεύθυνες αποφάσεις ακούγοντας πολλές γνώμες και ικανοποιώντας την εκάστοτε πλειοψηφία. Η πιο βλακώδης έκφραση που έχω ακούσει ποτέ από δήμαρχο είναι το «έχω πάρει την λαϊκή εντολή να διοικήσω για τέσσερα χρόνια» θέλοντας να δικαιολογήσει τις αποφάσεις του. Ο έξυπνος δήμαρχος καταθέτει τις προθέσεις τους στην κοινωνία, αξιολογεί τις αντιδράσεις, ακούει τα αντεπιχειρήματα, μετράει την κοινωνική συναίνεση, προσπαθεί να τεκμηριώσει τις αποφάσεις του και στην συνέχεια εκτιμάει αν οι προθέσεις του είναι υλοποιήσιμες ή όχι και αν απολαμβάνουν την κοινωνική συναίνεση. Μόνο ο ηλίθιος δήμαρχος επικαλείται την τετραετή εντολή και στην συνέχεια μετά την υλοποίηση των αποφάσεων του, ανακαλύπτει τα λάθη του, όταν είναι πια πολύ αργά.
Η αποτελεσματική διοίκηση είναι δημοκρατική.
Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά η επιστημονική ομάδα του ΙΤΑ « Αν δεν αναπτύσσονται ουσιαστικές, ισχυρές και αποτελεσματικές σχέσεις μεταξύ του δήμου και των ουσιαστικών τοπικών του εταίρων -;τοπικών επιχειρήσεων, κοινωνικών οργανώσεων και άλλων οργανισμών του δημόσιου τομέα-; ο δήμος δεν μπορεί να ηγηθεί με επιτυχία της τοπικής κοινωνίας. Ενώ με την προσέγγιση της ενδυνάμωσης των σχέσεων με τους άλλους εταίρους (παράγοντες) που δραστηριοποιούνται στην τοπική κοινωνία ο δήμος μπορεί να αναγνωριστεί ως η ηγεμονεύουσα δύναμη στη περιοχή, η εσωστρεφής προσέγγιση μπορεί να οδηγήσει σε φαινόμενα διαφθοράς και κοινωνικής αδικίας».
Ετσι το αίτημα για συμμετοχή των πολιτών στις αποφάσεις, δεν αφορά αριστερές φλυαρίες. Είναι ένα τρόπος διοίκησης με καλύτερα αποτελέσματα.
Το δεύτερο σημείο που εντοπίζουν οι επιστήμονες του ΙΤΑ για την πραγματική και ουσιαστική μεταρρύθμιση είναι το δίλημμα για τον ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Εδώ δυστυχώς η υπόθεση αφορά και τους ιδεολογικούς διαχωρισμούς. Τοπική Αυτοδιοίκηση, ένα κρατικό ακροφύσιο ή μια κοινωνική αυτοοργάνωση; Ενα εργαλείο του κράτους για να παρέχει καλύτερες υπηρεσίες προς τους πολίτες ή μια κοινωνική οργάνωση που αυτενεργεί ανάλογα με τις ανάγκες και τις επιθυμίες της;
Στην μελέτη του ΙΤΑ αναφέρεται ότι «Ιστορικά μια από τις δύο αντιλήψεις (αυτοδιοίκηση -; τοπικός κρατικός διεκπεραιωτής ή αυτοδιοίκηση -;αυτόνομος πολιτικός θεσμός με αποκλειστικές αρμοδιότητες σχεδιασμού) κυριαρχεί, ανάλογα με το πλαίσιο αναφοράς.
Για το θέμα αυτό ο Stewart (ModernizingLocalGovernment) αναφέρει:
[ ...;Οι τοπικές αρχές είναι υπεύθυνες για την παροχή μίας σειράς υπηρεσιών, πολλές από τις οποίες προβλέπει η νομοθεσία σε εθνικό επίπεδο. Παρ' όλα αυτά, οι ΟΤΑ είναι επίσης πολιτικοί θεσμοί που συγκροτούνται με τοπικές εκλογές, με τη δυνατότητα της ύπαρξης τοπικής επιλογής και «τοπικής φωνής».
Στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης οι τοπικές αρχές είναι πρωτίστως και κυρίως αυτοδιοικούμενες κοινότητες. Έχουν εξουσία γενικών αρμοδιοτήτων ή την εξουσία να ενεργούν εκ μέρους των κοινοτήτων τους, πέρα από τις αρμοδιότητες που παρέχονται από τη νομοθεσία σε εθνικό επίπεδο.
Όπως έγραψε και ο PhilipBlair, στέλεχος της ΕΕ, η εξουσία των γενικών αρμοδιοτήτων:
[στηρίζει την έννοια του δήμου ως μία γενική πολιτική αρχή, η οποία αυτενεργεί για την αύξηση του κοινωνικού πλούτου και την αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκύπτουν στην τοπική κοινωνία. Ενθαρρύνει τους πολίτες να αντιμετωπίζουν την τοπική αρχή όχι ως έναν από τους πολλούς διαμεσολαβητές, οι οποίοι αναλαμβάνουν τη διεκπεραίωση διαχειριστικών εργασιών, αλλά ως συλλογική έκφραση της τοπικής κοινωνίας (collectivitι locale) στην οποία απευθύνονται πρώτα για κάθε δυσκολία που προκύπτει. (Blair, 1991)
Η σημαντικότερη συνέπεια μια τέτοιας αντίληψης είναι η εξής καταλήγει το ΙΤΑ: Η ταυτότητα της τοπικής αρχής καθορίζεται από την κοινότητα που εκπροσωπεί και όχι από τις υπηρεσίες που παρέχονται. ¶ρα οι τοπικές αρχές πρέπει να συγκροτηθούν με βάση την «κοινότητα ταυτότητας» με μια ευρεία έννοια της.
Ένας τέτοιος ρόλος σημαίνει ότι οι αρχές ενδιαφέρονται για την κοινωνική ευημερία, η οποία είναι πολύ γενικότερη από την παροχή υπηρεσιών.
Εδώ εγώ είμαι πολύ πιο κατηγορηματικός από το ΙΤΑ. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου ποιος δήμαρχος θα μαζεύει τα σκουπίδια, θα αλλάζει τις λάμπες και θα ασκεί οικονομική διαχείριση στους Παιδικούς Σταθμούς. Ας λέγεται Δήμαρχος, ας λέγεται Περιφερειάρχης, ας λέγεται Γενικός Λογιστής. Εμένα με ενδιαφέρει ποιος μπορεί ουσιαστικά να πείσει και να εκφράσει την τοπική κοινωνία, για την ανάληψη πρωτοβουλιών που θα βελτιώσουν πολιτικά το βιοτικό επίπεδο και θα δυναμώσουν τους κοινωνικούς δεσμούς. Για μένα ο Δήμαρχος που εκλέγεται για να μαζεύει τα σκουπίδια δεν είναι δήμαρχος. Είναι υπεύθυνος σκουπιδιών. Ο Δήμαρχος αξίζει όταν μπορεί να κινητοποιήσει την κοινωνία, να την κάνει να αναλάβει πρωτοβουλίες, να διεγείρει δράσεις πέραν των αρμοδιοτήτων που του δίνει ο νόμος.
Ο Δήμαρχος δεν εκλέγεται για να αναπαράγει εθνικά μοντέλα διοικητικών δομών. Η Τοπική Κοινωνία εκλέγει τους δικούς της δημοτικούς άρχοντες για να εκφράσουν και να σχεδιάσουν της δικές της ιδιαίτερες ανάγκες.
Δήμαρχος είναι εκείνος που μπορεί να συμπυκνώσει και να εκπροσωπήσει συνολικές κοινωνικές προθέσεις. Να συμφωνήσει με τους πολίτες ειδικές συμπεριφορές μετακίνησης. Να σχεδιάσει με τους πολίτες ειδικές αντιλήψεις οικονομικής διαχείρισης. Να εκφράσει τους πολίτες με συγκεκριμένες κατανομές δαπανών.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση έχει πολιτική αξία μόνο στο κομμάτι που αναλαμβάνει πρωτοβουλίες ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Πρωτοβουλίες που να ικανοποιούν τις ιδιαίτερες ανάγκες μιας τοπικής κοινωνίας. Η έκδοση πιστοποιητικών πρέπει να γίνεται σωστά, αλλά δεν με αφορά. Την απαιτώ αλλά δεν θα ανοίξω πολιτικό διάλογο για να πετύχει. Θα ανοίξω πολιτικό διάλογο για τον σχεδιασμό της πόλης. Για ειδικές υπηρεσίες αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού, για την ποιότητα της ζωής όπως πρέπει να διαμορφωθεί στην δική μου περιοχή.
Οπως αναφέρει και το ΙΤΑ η τοποθέτηση αυτή έχει ιδεολογικό υπόβαθρο. Η συντηρητική παράταξη βλέπει την αυτοδιοίκηση ως ευκαιρία για την επανίδρυση του κράτους. Η προοδευτική παράταξη βλέπει την αυτοδιοίκηση ως πεδίο ανάπτυξης των δημοκρατικών και συμμετοχικών θεσμών. Η συντηρητική παράταξη θα μπορούσαμε να πούμε ότι προτάσσει την αρχή της επικουρικότητας. Η προοδευτική παράταξη προτάσσει την αρχή της εγγύτητας.
Δυστυχώς τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια η Τοπική Αυτοδιοίκηση αντιμετωπίστηκε αποκλειστικά και μόνο ως εργαλείο κρατικού εκσυγχρονισμού. Η κεντρική εξουσία βρήκε την ευκαιρία να μεταβιβάσει αρμοδιότητες της, επαναφορολογώντας τους πολίτες. Οι τοπικοί άρχοντες στάθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων καθώς και αυτοί βρήκαν την ευκαιρία να διευρύνουν τις εξουσίες τους σε πολύ περισσότερους τομείς της ζωής των πολιτών, ενώ ταυτόχρονα απαλλάχτηκαν από την υποχρέωση της καινοτομίας και της χάραξης ιδιαίτερης τοπικής πολιτικής.
Τώρα όμως έφτασαν να αντιμετωπίζουν τα αδιέξοδά τους. Αποξενωμένοι ουσιαστικά από τις κοινωνίες τους, έρμαια των κομματικών μηχανισμών, με μειωμένο κύρος στην κεντρική πολιτική σκηνή και οικονομικά εξαντλημένοι, ψάχνουν να βρουν έναν τρόπο να ορθώσουν το ανάστημά τους.
Η λύση δεν βρίσκεται στην νομοθεσία μιας διοικητικής μεταρρύθμισης. Η λύση είναι πολιτική και βρίσκεται στο κοινωνικό βάρος που μπορεί να έχει μια δημοτική αρχή όπως ακριβώς το αναφέρει και το ΙΤΑ: «ένα τοπικό σύστημα προτεραιοτήτων με τη συμμετοχή των πολιτών μέσα από ανοιχτές πολιτικές λειτουργίες».
Τέλος για την ιστορία να αναφέρω ότι η μελέτη του ΙΤΑ αναφέρει ότι:
Οι γενικοί θεματικοί άξονες ενός μεταρρυθμιστικού προγράμματος που περιγράφουν τα ζητούμενα για τον «λειτουργικό εκσυγχρονισμό» ή την «επανίδρυση» σχηματοποιούνται σε τρεις κεντρικές προτεραιότητες:
· Την εδραίωση της «τοπικής ηγεμονίας» με την έννοια της ανάδειξης πολιτικού προσωπικού που οδηγείται σε αποφάσεις με γνώμονα τα συμφέροντα της τοπικής κοινωνίας και όχι τα συμφέροντα του πολιτικού προσωπικού και την υιοθέτηση του στρατηγικού σχεδιασμού
· Τη δημοκρατική αναγέννησημε την έννοια της ενίσχυσης συμμετοχικών θεσμών και της πολιτικής αντιπροσώπευσης που οδηγούν στη διαβουλευτική δημοκρατία, που διευρύνει την αντιπροσωπευτική και την συμμετοχική δημοκρατία
· Τη αποτελεσματικότητα της διαχείρισης με την υιοθέτηση της «διοίκησης βέλτιστων πρακτικών» και της «διοίκησης ολικής ποιότητας».